Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nest egg
01
ταμείο αποταμίευσης, χρηματικό απόθεμα
money that is put aside as savings for the future or special occasions
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
She has a nest egg saved for her children's education.
Έχει ένα ταμείο αποταμίευσης για την εκπαίδευση των παιδιών της.
02
τεχνητό αβγό, δέλεαρ για όρνιθες που γεννούν
device consisting of an artificial egg left in a nest to induce hens to lay their eggs in it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nest eggs



























