Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nest egg
01
ταμείο αποταμίευσης, χρηματικό απόθεμα
money that is put aside as savings for the future or special occasions
idiom
Παραδείγματα
The company encourages employees to invest in a retirement plan for their nest egg.
Έφτιαξε ένα ταμείο αποταμίευσης για έκτακτες ανάγκες.
02
τεχνητό αβγό, δέλεαρ για όρνιθες που γεννούν
device consisting of an artificial egg left in a nest to induce hens to lay their eggs in it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nest eggs



























