nervy
Pronunciation
/ˈnɝvi/

Ορισμός και σημασία του "nervy"στα αγγλικά

01

τολμηρός, θαρραλέος

showing or requiring courage and contempt of danger
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
nerviest
συγκριτικός βαθμός
nervier
διαβαθμίσιμο
02

θρασύς, αναιδής

offensively bold
03

νευρικός, ανήσυχος

having a tense or anxious state
Παραδείγματα
After hearing the news, she was in a nervy mood for the rest of the day.
Αφού άκουσε τα νέα, ήταν σε νευρική διάθεση για το υπόλοιπο της ημέρας.

Λεξικό Δέντρο

nervily
nervy
nerve
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store