neem
neem
ni:m
nim
nimnamenumb

Ορισμός και σημασία του "neem"στα αγγλικά

01

neem, δέντρο neem

a small green fruit with a bitter taste, commonly used in traditional medicine and skincare products 
neem definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
neems
Παραδείγματα
I use neem toothpaste for its natural antibacterial properties and to maintain oral hygiene. 

Χρησιμοποιώ οδοντόκρεμα neem για τις φυσικές αντιβακτηριακές της ιδιότητες και για τη διατήρηση της στοματικής υγιεινής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store