Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
necessarily
01
αναγκαστικά, αναπόφευκτα
in a way that cannot be avoided
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Learning a new language necessarily involves making mistakes along the way.
Η εκμάθηση μιας νέας γλώσσας αναγκαστικά περιλαμβάνει το να κάνεις λάθη στην πορεία.
02
αναγκαστικά, οπωσδήποτε
in a highly probable or inevitable manner
Παραδείγματα
If it rains, it doesn't necessarily mean the event will be canceled; there might be an indoor alternative.
Αν βρέχει, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η εκδήλωση θα ακυρωθεί· μπορεί να υπάρχει εναλλακτική λύση σε εσωτερικό χώρο.
03
αναγκαστικά
in an essential manner
Λεξικό Δέντρο
unnecessarily
necessarily
necessary
necessar



























