Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to atrophy
01
ατροφώ, εκφυλίζομαι
to gradually decline, typically due to lack of use, nourishment, or stimulation
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
atrophy
γ΄ ενικό πρόσωπο
atrophies
ενεστώτα μετοχή
atrophying
απλός αόριστος
atrophied
παθητική μετοχή
atrophied
Παραδείγματα
Without regular exercise, muscles can atrophy over time.
Χωρίς τακτική άσκηση, οι μύες μπορεί να ατροφήσουν με το πέρασμα του χρόνου.
Atrophy
01
ατροφία, εκφύλιση
the gradual wasting away or shrinkage of a body tissue or organ, typically due to lack of use, injury, or a medical condition
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
atrophies
Παραδείγματα
Prolonged immobilization can lead to muscle atrophy, causing weakness and loss of function.
Η παρατεταμένη ακινητοποίηση μπορεί να οδηγήσει σε μυϊκή ατροφία, προκαλώντας αδυναμία και απώλεια λειτουργίας.
02
ατροφία, λειτουργική παρακμή
a decline in effectiveness or function due to underuse or neglect
Παραδείγματα
His skills experienced atrophy after years without practice.
Οι δεξιότητές του υπέστησαν ατροφία μετά από χρόνια χωρίς πρακτική.
Λεξικό Δέντρο
atrophied
atrophy



























