Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to atrophy
01
ατροφώ, εκφυλίζομαι
to gradually decline, typically due to lack of use, nourishment, or stimulation
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
atrophy
γ΄ ενικό πρόσωπο
atrophies
ενεστώτα μετοχή
atrophying
απλός αόριστος
atrophied
παθητική μετοχή
atrophied
Παραδείγματα
The business was slowly atrophying as market trends shifted.
Η επιχείρηση ατροφούσε σιγά σιγά καθώς οι τάσεις της αγοράς άλλαζαν.
Atrophy
01
ατροφία, εκφύλιση
the gradual wasting away or shrinkage of a body tissue or organ, typically due to lack of use, injury, or a medical condition
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Treatment for joint injuries focuses on preventing the atrophy of surrounding tissues.
Η θεραπεία για τους τραυματισμούς των αρθρώσεων επικεντρώνεται στην πρόληψη της ατροφίας των περιβάλλουσών ιστών.
02
ατροφία, λειτουργική παρακμή
a decline in effectiveness or function due to underuse or neglect
Παραδείγματα
She noticed atrophy of flexibility after months of inactivity.
Παρατήρησε ατροφία της ευελιξίας μετά από μήνες αδράνειας.
Λεξικό Δέντρο
atrophied
atrophy



























