Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atrocious
01
άθλιος, βάρβαρος
intensely cruel or violent
Παραδείγματα
The atrocious behavior of the bullies left lasting emotional scars on their victims.
Η φρικτή συμπεριφορά των νταήδων άφησε διαρκείς συναισθηματικές ουλές στα θύματά τους.
02
φρικτός, απαίσιος
extremely bad or unacceptable in quality or nature
αποδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most atrocious
συγκριτικός βαθμός
more atrocious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
I can't believe how atrocious this translation is; it barely resembles the original text.
Δεν μπορώ να πιστέψω πόσο φρικιαστική είναι αυτή η μετάφραση· μοιάζει ελάχιστα με το αρχικό κείμενο.
Λεξικό Δέντρο
atrociously
atrociousness
atrocious



























