atrophied
at
ˈæt
āt
ro
phied
fid
fid

Ορισμός και σημασία του "atrophied"στα αγγλικά

01

ατροφικός

reduced in size or function due to a lack of use, disease, or other factors, leading to weakening or degeneration 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most atrophied
συγκριτικός βαθμός
more atrophied
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The atrophied muscles in his legs were the result of prolonged inactivity after the accident. 

Οι ατροφικές μύες στα πόδια του ήταν το αποτέλεσμα της παρατεταμένης αδράνειας μετά το ατύχημα.

Λεξικό Δέντρο

atrophied
atrophy
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store