Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atrophied
01
ατροφικός
reduced in size or function due to a lack of use, disease, or other factors, leading to weakening or degeneration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most atrophied
συγκριτικός βαθμός
more atrophied
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, biology, anatomy
Παραδείγματα
The atrophied muscles in his legs were the result of prolonged inactivity after the accident.
Οι ατροφικές μύες στα πόδια του ήταν το αποτέλεσμα της παρατεταμένης αδράνειας μετά το ατύχημα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
atrophied
atrophy



























