atrophied
at
ˈæt
αιτ
ro
ρα
phied
fid
φιντ
/ˈætɹəfɪd/

Ορισμός και σημασία του "atrophied"στα αγγλικά

01

ατροφικός

reduced in size or function due to a lack of use, disease, or other factors, leading to weakening or degeneration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most atrophied
συγκριτικός βαθμός
more atrophied
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The atrophied lung capacity was noticeable in his breathing difficulties after the prolonged illness.
Η ατροφική πνευμονική ικανότητα ήταν αισθητή στις αναπνευστικές του δυσκολίες μετά την παρατεταμένη ασθένεια.

Λεξικό Δέντρο

atrophied
atrophy
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store