atrocity
at
ˈət
ατ
ro
ρα
ci
σα
ty
ti
τι
British pronunciation
/ɐtɹˈɒsɪti/

Ορισμός και σημασία του "atrocity"στα αγγλικά

01

βιαιότητα, βαρβαρότητα

an extremely brutal act, especially in war
example
Παραδείγματα
The history book detailed many atrocities committed during the war, each story more harrowing than the last.
Το βιβλίο ιστορίας περιέγραψε λεπτομερώς πολλές βαρβαρότητες που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου, κάθε ιστορία πιο σκληρή από την προηγούμενη.
02

βαρβαρότητα, αγριότητα

the extreme brutality of an action or behavior
example
Παραδείγματα
The documentary highlighted the atrocity of human trafficking and its devastating impact on victims.
Το ντοκιμαντέρ τόνισε τη βαρβαρότητα της εμπορίας ανθρώπων και την καταστροφική της επίπτωση στα θύματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store