atrocity
at
ˈət
ēt
ro
ro
ci
si
ty
ti
ti
velocityferocityviscosityverbosity

Ορισμός και σημασία του "atrocity"στα αγγλικά

01

βιαιότητα, βαρβαρότητα

an extremely brutal act, especially in war 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
atrocities
Παραδείγματα
After the war ended, several leaders were put on trial for the atrocities they had sanctioned. 

Μετά το τέλος του πολέμου, αρκετοί ηγέτες δικάστηκαν για τις βιαιότητες που είχαν εγκρίνει.

02

βαρβαρότητα, αγριότητα

the extreme brutality of an action or behavior 
Παραδείγματα
The atrocity of the massacre left the entire nation in shock and mourning. 

Η θηριωδία της σφαγής άφησε ολόκληρο το έθνος σε σοκ και πένθος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store