Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atrociously
01
φρικτά, τρομερά
in an exceptionally terrible or horrifying manner
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The play was performed atrociously, with forgotten lines and clumsy acting.
Το έργο παρουσιάστηκε φρικτά, με ξεχασμένες γραμμές και αδέξια ερμηνεία.
1.1
φρικτά, τρομερά
to an extreme or excessive degree, often implying something is unpleasant, bad, or shocking
Παραδείγματα
The house was atrociously expensive, far beyond what we could afford.
Το σπίτι ήταν τρομερά ακριβό, πολύ πέρα από αυτό που μπορούσαμε να αντέξουμε.
Λεξικό Δέντρο
atrociously
atrocious



























