mutely
mute
ˈmju:t
myoot
ly
li
li

Ορισμός και σημασία του "mutely"στα αγγλικά

01

σιωπηλά, χωρίς να πει μια λέξη

without speaking or making noise 
mutely definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He nodded mutely in response to the question. 

Έγνεψε σιωπηλά σε απάντηση στην ερώτηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

mutely
mute
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store