murder
murder
'mɜ:də
mēdē
mudder

Ορισμός και σημασία του "murder"στα αγγλικά

01

φόνος

the crime of ending a person's life deliberately 
murder definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
murders
Παραδείγματα
The detective was called to investigate a murder that had shocked the small town. 

Ο ντετέκτιβ κλήθηκε να ερευνήσει μια δολοφονία που είχε σοκάρει τη μικρή πόλη.

02

δολοφονία, φόνος

a group of crows gathered together 
Παραδείγματα
A murder of crows gathered on the field at dusk. 

Ένα κοπάδι από κοράκια συγκεντρώθηκε στο χωράφι το σούρουπο.

to murder
01

δολοφονώ, σκοτώνω

to unlawfully and intentionally kill another human being 
Intransitive
Transitive: to murder sb
to murder definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
murder
γ΄ ενικό πρόσωπο
murders
ενεστώτα μετοχή
murdering
απλός αόριστος
murdered
παθητική μετοχή
murdered
Παραδείγματα
The prosecutor accused the defendant of plotting to murder the victim. 

Ο εισαγγελέας κατήγγειλε τον κατηγορούμενο για συνωμοσία με σκοπό τη δολοφονία του θύματος.

02

καταστρέφω, χαλώ

to ruin something due to a lack of ability or understanding 
Transitive: to murder sth
Παραδείγματα
She completely murdered the recipe by forgetting to add the salt. 

Κατέστρεψε εντελώς τη συνταγή ξεχνώντας να προσθέσει αλάτι.

Λεξικό Δέντρο

murderous
murder
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store