mumbler
mumb
ˈmʌmb
mamb
ler
fumblerbumblergrumblerstumbler

Ορισμός και σημασία του "mumbler"στα αγγλικά

01

μουρμουριστής, ασαφής ομιλητής

a person who speaks unclearly or inarticulately 
mumbler definition and meaning
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mumblers
Παραδείγματα
The mumbler gave the presentation and nobody understood a word. 

Ο μουρμουριστής έκανε την παρουσίαση και κανείς δεν κατάλαβε μια λέξη.

Λεξικό Δέντρο

mumbler
mumble
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store