to mummify
Pronunciation
/ˈməməˌfaɪ/
mummified

Ορισμός και σημασία του "mummify"στα αγγλικά

to mummify
01

μουμιοποιώ, ξεραίνω

dry up and shrivel due to complete loss of moisture
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mummify
γ΄ ενικό πρόσωπο
mummifies
ενεστώτα μετοχή
mummifying
απλός αόριστος
mummified
παθητική μετοχή
mummified
02

μουμιοποιώ, ταριχεύω

to preserve a dead body by treating it with chemicals or natural substances to prevent decay
Παραδείγματα
Mummifying a body required careful preparation and specialized knowledge of anatomy.
Η μουμιοποίηση ενός σώματος απαιτούσε προσεκτική προετοιμασία και εξειδικευμένες γνώσεις ανατομίας.
03

μουμιοποιώ, ταριχεύω

preserve while making lifeless

Λεξικό Δέντρο

mummify
mummy
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store