Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mummify
01
μουμιοποιώ, ξεραίνω
dry up and shrivel due to complete loss of moisture
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mummify
γ΄ ενικό πρόσωπο
mummifies
ενεστώτα μετοχή
mummifying
απλός αόριστος
mummified
παθητική μετοχή
mummified
02
μουμιοποιώ, ταριχεύω
to preserve a dead body by treating it with chemicals or natural substances to prevent decay
Παραδείγματα
The ancient Egyptians mummified their pharaohs to prepare them for the afterlife.
Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι μουμιοποιούσαν τους φαραώ τους για να τους προετοιμάσουν για τη μετά θάνατον ζωή.
03
μουμιοποιώ, ταριχεύω
preserve while making lifeless
Λεξικό Δέντρο
mummify
mummy



























