atoll
a
ˈæ
αι
toll
ˌtɑl
ταλ
/ˈætɒl/

Ορισμός και σημασία του "atoll"στα αγγλικά

01

ατόλλη, κυκλικό κοραλλιογενές ύφαλος με λιμνοθάλασσα στη μέση

a circular coral reef with a lagoon in the middle
Παραδείγματα
The Rangiroa Atoll in French Polynesia is one of the largest atolls in the world, featuring a vast lagoon.
Το ατόλλι Ρανγκιρόα στη Γαλλική Πολυνησία είναι ένα από τα μεγαλύτερα ατόλλια στον κόσμο, με μια τεράστια λιμνοθάλασσα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store