to muffle
Pronunciation
/ˈməfəɫ/

Ορισμός και σημασία του "muffle"στα αγγλικά

to muffle
01

πνίγω, μαλακώνω

to make a sound quieter or less distinct
Transitive: to muffle a noise
to muffle definition and meaning
Παραδείγματα
The ongoing rain was muffling the city noises.
Η συνεχής βροχή καταπραΰνει τους θορύβους της πόλης.
02

πνίγω, καταπνίγω

to dampen or suppress the volume of a source of sound by covering or wrapping it
Transitive: to muffle a source of sound
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
muffle
γ΄ ενικό πρόσωπο
muffles
ενεστώτα μετοχή
muffling
απλός αόριστος
muffled
παθητική μετοχή
muffled
Παραδείγματα
The sound engineer muffled the microphone to prevent feedback during the live concert.
Ο ηχολήπτης παρέμεινε το μικρόφωνο για να αποφευχθεί η ανάδραση κατά τη ζωντανή συναυλία.
01

κλίβανος μάφλα, μάφλα

a kiln with an inner chamber for firing things at a low temperature
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
muffles

Λεξικό Δέντρο

muffled
muffler
muffle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store