Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to muffle
01
πνίγω, μαλακώνω
to make a sound quieter or less distinct
Transitive: to muffle a noise
Παραδείγματα
The new insulation has effectively muffled the external traffic sounds.
Η νέα μόνωση έχει παρεμποδίσει αποτελεσματικά τους εξωτερικούς ήχους κυκλοφορίας.
02
πνίγω, καταπνίγω
to dampen or suppress the volume of a source of sound by covering or wrapping it
Transitive: to muffle a source of sound
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
muffle
γ΄ ενικό πρόσωπο
muffles
ενεστώτα μετοχή
muffling
απλός αόριστος
muffled
παθητική μετοχή
muffled
Παραδείγματα
The musician muffled the drum with a piece of cloth to create a softer, more subdued tone during the performance.
Ο μουσικός πνίγει το τύμπανο με ένα κομμάτι ύφασμα για να δημιουργήσει ένα πιο απαλό, πιο κατασταλαγμένο τόνο κατά τη διάρκεια της παράστασης.
Muffle
01
κλίβανος μάφλα, μάφλα
a kiln with an inner chamber for firing things at a low temperature
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
muffles



























