Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to move around
01
μετακομίζω συχνά, κινώ συνεχώς
to change where one lives often, usually because of work or other reasons
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
move
ενεστώτας
move around
γ΄ ενικό πρόσωπο
moves around
ενεστώτα μετοχή
moving around
απλός αόριστος
moved around
παθητική μετοχή
moved around
Παραδείγματα
His job requires him to move around the country to attend different conferences.
Η δουλειά του απαιτεί να μετακινείται σε όλη τη χώρα για να παραβρίσκεται σε διάφορες συνεδρίες.
02
περιφεύγω, αποφεύγω
to go in a different direction to avoid something in one's path
Παραδείγματα
The hiker had to move around the large boulder blocking the trail.
Ο πεζοπόρος έπρεπε να περιφερθεί γύρω από τον μεγάλο βράχο που εμπόδιζε το μονοπάτι.
03
μετακινώ, μεταθέτω
to relocate someone to different places or positions, usually because of work or other reasons
Παραδείγματα
The company moved him around to various offices across the country.
Η εταιρεία τον μετακίνησε σε διάφορα γραφεία σε όλη τη χώρα.
LanGeek



























