motorway
motorway
məʊtəweɪ
mewtēvei

Ορισμός και σημασία του "motorway"στα αγγλικά

01

αυτοκινητόδρομος, λεωφόρος

a very wide road that has no intersections or cross-traffic and is designed for high-speed travel 
Dialectbritish flagBritish
freewayamerican flagAmerican
motorway definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
motorways
Παραδείγματα
The motorway was congested with traffic during the holiday weekend, causing delays for travelers. 

Ο αυτοκινητόδρομος ήταν συνωστισμένος από την κίνηση κατά τη διάρκεια των διακοπών του Σαββατοκύριακου, προκαλώντας καθυστερήσεις για τους ταξιδιώτες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store