Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mostly
01
κυρίως, κατά κύριο λόγο
in a manner that indicates the majority of something is in a certain condition or of a certain type
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα βαθμού
Παραδείγματα
The garden was mostly filled with vibrant flowers of various colors.
Ο κήπος ήταν κυρίως γεμάτος με ζωηρά λουλούδια διαφόρων χρωμάτων.
Παραδείγματα
He mostly works from home unless there's a team meeting.
Δουλεύει κυρίως από το σπίτι εκτός αν υπάρχει ομαδική συνάντηση.



























