Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ataxia
01
αταξία
a neurological condition characterized by a lack of coordination, affecting movements, balance, and speech
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Individuals with ataxia may require physical therapy for improvement.
Τα άτομα με αταξία μπορεί να χρειάζονται φυσιοθεραπεία για βελτίωση.



























