at-risk
at
æt
āt
risk
rɪsk
risk
bisquefriskwhiskbrisk

Ορισμός και σημασία του "at-risk"στα αγγλικά

01

σε κίνδυνο, ευάλωτος

likely to be harmed, attacked, or experience negative outcomes 
at-risk definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most at-risk
συγκριτικός βαθμός
more at-risk
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
vulnerability, safety, population
Παραδείγματα
The organization provides support services for at-risk youth to prevent homelessness. 

Ο οργανισμός παρέχει υπηρεσίες υποστήριξης για νέους σε κίνδυνο για την πρόληψη της αστεγίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store