modicum
mo
ˈmɒ
mo
di
dɪ
di
cum
kəm
kēm

Ορισμός και σημασία του "modicum"στα αγγλικά

01

ελάχιστο, μικρή ποσότητα

a relatively small degree of a good and desirable thing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
modicums
Παραδείγματα
She showed a modicum of patience while waiting for the results. 

Επέδειξε μια μικρή υπομονή ενώ περίμενε τα αποτελέσματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store