Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mock
01
χλευάζω, γελώ με
to ridicule someone or something in a disrespectful manner
Transitive: to mock sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mock
γ΄ ενικό πρόσωπο
mocks
ενεστώτα μετοχή
mocking
απλός αόριστος
mocked
παθητική μετοχή
mocked
Παραδείγματα
She did not appreciate being mocked for her fashion choices at the party.
Δεν εκτίμησε που την κορόιδευαν για τις επιλογές μόδας της στο πάρτι.
02
μιμούμαι, χλευάζω
to imitate someone or something, often using sarcasm or teasing
Transitive: to mock sb/sth
Παραδείγματα
The comedian loves to mock famous personalities in a lighthearted manner during performances.
Ο κωμικός αγαπά να περιπαίζει διάσημες προσωπικότητες με έναν ελαφρύ τρόπο κατά τις παραστάσεις.
mock
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
mockest
συγκριτικός βαθμός
mocker
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The mock Rolex watch was designed to mimic the appearance of the authentic brand.
Το ψεύτικο ρολόι Rolex σχεδιάστηκε για να μιμηθεί την εμφάνιση της αυθεντικής μάρκας.
Παραδείγματα
The students took a mock test before the final exam.
Οι μαθητές έκαναν ένα προσομοιωμένο τεστ πριν από την τελική εξέταση.
Mock
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mocks
Παραδείγματα
His failed attempt made him the mock of his classmates.
Η αποτυχημένη προσπάθειά του τον έκανε το περιγελο των συμμαθητών του.
02
προσομοίωση εξέτασης, δοκιμαστική εξέταση
a practice examination designed to simulate the conditions of an actual test
Παραδείγματα
Practicing with mocks can improve students' confidence and performance.
Η εξάσκηση με προσομοιωμένες εξετάσεις μπορεί να βελτιώσει την αυτοπεποίθηση και τις επιδόσεις των μαθητών.
Λεξικό Δέντρο
mocker
mocking
mock



























