to mistreat
mis
mɪs
mis
treat
trit
trit
downbeatdiscreetcompletediscrete

Ορισμός και σημασία του "mistreat"στα αγγλικά

to mistreat
01

κακομεταχειρίζομαι, κακοποιώ

to treat someone or something poorly or unfairly 
Transitive: to mistreat sb/sth
to mistreat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mistreat
γ΄ ενικό πρόσωπο
mistreats
ενεστώτα μετοχή
mistreating
απλός αόριστος
mistreated
παθητική μετοχή
mistreated
Παραδείγματα
The animal shelter was shut down due to reports of staff members mistreating the animals in their care. 

Το καταφύγιο ζώων έκλεισε λόγω αναφορών ότι μέλη του προσωπικού κακοποιούσαν τα ζώα υπό την φροντίδα τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store