Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mistreat
01
κακομεταχειρίζομαι, κακοποιώ
to treat someone or something poorly or unfairly
Transitive: to mistreat sb/sth
Παραδείγματα
The landlord faced legal consequences for mistreating tenants by refusing to make necessary repairs to their rental units.
Ο ιδιοκτήτης αντιμετώπισε νομικές συνέπειες για την κακομεταχείριση των ενοικιαστών με την άρνησή του να πραγματοποιήσει τις απαραίτητες επισκευές στα διαμερίσματά τους.
Λεξικό Δέντρο
mistreat
treat



























