mistakenly
Pronunciation
/mɪˈsteɪkənɫi/

Ορισμός και σημασία του "mistakenly"στα αγγλικά

01

λανθασμένα, κατά λάθος

in a wrong or incorrect manner
mistakenly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
They mistakenly identified the suspect based on faulty evidence.
Λανθασμένα αναγνώρισαν τον ύποπτο με βάση εσφαλμένα στοιχεία.
1.1

λανθασμένα, ακούσια

by accident or through oversight, without realizing it
Παραδείγματα
She mistakenly wore two different shoes to work that day.
Εκείνη την ημέρα φόρεσε λάθος δύο διαφορετικά παπούτσια στη δουλειά.

Λεξικό Δέντρο

mistakenly
mistaken
mistake
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store