Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mistakenly
01
λανθασμένα, κατά λάθος
in a wrong or incorrect manner
γραμματικές πληροφορίες
ερωτηματικό επίρρημα
Παραδείγματα
She was mistakenly accused of breaking the vase.
Κατηγορήθηκε εσφαλμένα ότι έσπασε το βάζο.
1.1
λανθασμένα, ακούσια
by accident or through oversight, without realizing it
Παραδείγματα
The email was mistakenly sent to all employees instead of just the team.
Το email στάλθηκε κατά λάθος σε όλους τους υπαλλήλους αντί μόνο στην ομάδα.
Λεξικό Δέντρο
mistakenly
mistaken
mistake



























