Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mistakenly
01
λανθασμένα, κατά λάθος
in a wrong or incorrect manner
Παραδείγματα
They mistakenly identified the suspect based on faulty evidence.
Λανθασμένα αναγνώρισαν τον ύποπτο με βάση εσφαλμένα στοιχεία.
1.1
λανθασμένα, ακούσια
by accident or through oversight, without realizing it
Παραδείγματα
She mistakenly wore two different shoes to work that day.
Εκείνη την ημέρα φόρεσε λάθος δύο διαφορετικά παπούτσια στη δουλειά.



























