missive
mi
ˈmɪ
mi
ssive
sɪv
siv
massivemissilemisgive

Ορισμός και σημασία του "missive"στα αγγλικά

01

επιστολή, επίσημη επιστολή

a letter which is usually long and official 
missive definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
missives
Παραδείγματα
The CEO sent out a missive to all employees regarding the upcoming changes in company policy. 

Ο Διευθύνων Σύμβουλος έστειλε μια επιστολή σε όλους τους υπαλλήλους σχετικά με τις επερχόμενες αλλαγές στην πολιτική της εταιρείας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store