miserly
Pronunciation
/ˈmaɪzɝɫi/

Ορισμός και σημασία του "miserly"στα αγγλικά

01

τσιγκούνης, φιλάργυρος

having an extreme reluctance to spend money or resources
miserly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most miserly
συγκριτικός βαθμός
more miserly
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They were shocked by his miserly attitude toward the inheritance.
Σοκαρίστηκαν από την τσιγκούνικη του στάση απέναντι στην κληρονομιά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store