miserly
mi
ˈmaɪ
mai
ser
ly
li
li
misery

Ορισμός και σημασία του "miserly"στα αγγλικά

01

τσιγκούνης, φιλάργυρος

having an extreme reluctance to spend money or resources 
miserly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most miserly
συγκριτικός βαθμός
more miserly
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The miserly customer complained about the cost of every item, even in a discount store. 

Ο τσιγκούνης πελάτης παραπονέθηκε για το κόστος κάθε είδους, ακόμα και σε ένα κατάστημα εκπτώσεων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store