Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to misbehave
01
συμπεριφέρομαι άσχημα, ενεργώ με ακατάλληλο τρόπο
to act in an improper or unacceptable way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
misbehave
γ΄ ενικό πρόσωπο
misbehaves
ενεστώτα μετοχή
misbehaving
απλός αόριστος
misbehaved
παθητική μετοχή
misbehaved
Παραδείγματα
The teacher warned the students that they would be sent to the principal's office if they continued to misbehave in class.
Ο δάσκαλος προειδοποίησε τους μαθητές ότι θα σταλούν στο γραφείο του διευθυντή αν συνεχίσουν να συμπεριφέρονται άσχημα στην τάξη.
Λεξικό Δέντρο
misbehave
behave



























