Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to misbehave
01
συμπεριφέρομαι άσχημα, ενεργώ με ακατάλληλο τρόπο
to act in an improper or unacceptable way
Παραδείγματα
He was grounded for a week after his parents found out he had misbehaved at school.
Τιμωρήθηκε για μια εβδομάδα αφού οι γονείς του ανακάλυψαν ότι είχε κακοποιηθεί στο σχολείο.
Λεξικό Δέντρο
misbehave
behave



























