Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to misbehave
01
συμπεριφέρομαι άσχημα, ενεργώ με ακατάλληλο τρόπο
to act in an improper or unacceptable way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
misbehave
γ΄ ενικό πρόσωπο
misbehaves
ενεστώτα μετοχή
misbehaving
απλός αόριστος
misbehaved
παθητική μετοχή
misbehaved
Παραδείγματα
He was grounded for a week after his parents found out he had misbehaved at school.
Τιμωρήθηκε για μια εβδομάδα αφού οι γονείς του ανακάλυψαν ότι είχε κακοποιηθεί στο σχολείο.
Λεξικό Δέντρο
misbehave
behave



























