Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
misbegotten
01
νόθος, μπάσταρδος
referring to a child born under socially disapproved circumstances, especially outside of marriage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The nobleman had a misbegotten son from a brief, hidden affair.
Ο ευγενής είχε ένα νόθο γιο από μια σύντομη, κρυφή σχέση.
Λεξικό Δέντρο
misbegotten
begotten



























