miry
miry
'maɪəri
maieri
mirky

Ορισμός και σημασία του "miry"στα αγγλικά

01

λασπώδης, βρεγμένος

characterized by being muddy, soft, and often difficult to walk on 
miry definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
miriest
συγκριτικός βαθμός
mirier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
terrain, condition, ground
Παραδείγματα
The miry path was treacherous, causing many hikers to slip and lose their footing. 

Ο λασπωμένος δρόμος ήταν επικίνδυνος, προκαλώντας πολλούς πεζοπόρους να γλιστρήσουν και να χάσουν την ισορροπία τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

miry
mire
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store