Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
miry
01
λασπώδης, βρεγμένος
characterized by being muddy, soft, and often difficult to walk on
Παραδείγματα
His shoes were caked with miry soil after he trudged through the swamp.
Τα παπούτσια του ήταν καλυμμένα με λασπώδη χώμα αφού περπάτησε με δυσκολία μέσα από τον βάλτο.
Λεξικό Δέντρο
miry
mire



























