miry
Pronunciation
/mˈaɪɚɹi/

Ορισμός και σημασία του "miry"στα αγγλικά

01

λασπώδης, βρεγμένος

characterized by being muddy, soft, and often difficult to walk on
miry definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
miriest
συγκριτικός βαθμός
mirier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His shoes were caked with miry soil after he trudged through the swamp.
Τα παπούτσια του ήταν καλυμμένα με λασπώδη χώμα αφού περπάτησε με δυσκολία μέσα από τον βάλτο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store