mirthful
mirth
ˈmɜ:rθ
μερρθ
ful
fəl
φαλ
/ˈmɜːθfəl/

Ορισμός και σημασία του "mirthful"στα αγγλικά

01

χαρούμενος, ξεκαρδιστικός

arousing or provoking laughter
mirthful definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mirthful
συγκριτικός βαθμός
more mirthful
διαβαθμίσιμο
02

χαρούμενος, ευδιάθετος

full of or showing high-spirited merriment

Λεξικό Δέντρο

mirthfully
mirthfulness
mirthful
mirth
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store