mirid
mi
ˈmɪ
μι
rid
rɪd
ριντ
mired

Ορισμός και σημασία του "mirid"στα αγγλικά

01

μυρίδα, έντομα φυτών

a family of bugs, commonly known as plant bugs, that feed on the sap of plants 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mirids

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store