Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
miraculously
01
θαυματουργά
in an unexpected manner that resembles a miracle
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The injured hiker was miraculously found alive after being lost in the wilderness for several days.
Ο τραυματισμένος πεζοπόρος βρέθηκε θαυμαστά ζωντανός αφού είχε χαθεί στην άγρια φύση για αρκετές ημέρες.
Λεξικό Δέντρο
miraculously
miraculous



























