Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
miraculously
01
θαυματουργά
in an unexpected manner that resembles a miracle
Παραδείγματα
The historic artifact, thought to be lost forever, was miraculously rediscovered during an archaeological excavation.
Το ιστορικό αντικείμενο, που θεωρούνταν χαμένο για πάντα, με θαυματουργό τρόπο ανακαλύφθηκε ξανά κατά τη διάρκεια μιας αρχαιολογικής ανασκαφής.
Λεξικό Δέντρο
miraculously
miraculous



























