Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mincemeat
01
κιμάς, γέμιση
a mixture of chopped fruits, spices, and sometimes meat, traditionally used as a filling in pies and desserts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mincemeats
Παραδείγματα
I love baking mincemeat pies during the holidays.
Λατρεύω να ψήνω πίτες με κιμά κατά τις διακοπές.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
mincemeat
mince
meat



























