Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
milky
01
γαλακτώδης, γαλακτοχρωματισμένος
having a pale and creamy white color like milk
Παραδείγματα
The morning mist enveloped the valley in a milky haze.
Η πρωινή ομίχλη τυλίγει την κοιλάδα σε μια γαλακτώδη ομίχλη.
02
γαλακτώδης, φτιαγμένος από γάλα
containing a lot of milk or made primarily from milk
Παραδείγματα
The milky drink was a hit at the party, enjoyed by both kids and adults.
Το γαλακτώδες ποτό ήταν επιτυχία στο πάρτι, απολαμβανόμενο τόσο από παιδιά όσο και από ενήλικες.
03
γαλακτώδης, παραγωγικός σε γάλα
describing a cow that produces a lot of milk or is particularly known for its milk production
Παραδείγματα
The milky cow ’s exceptional performance in milk yield earned it a special mention in the dairy farming journal.
Η εξαιρετική απόδοση της γαλακτοπαραγωγού αγελάδας στην παραγωγή γάλακτος της χάρισε μια ειδική μνεία στο περιοδικό γαλακτοκομικής.
04
αδύναμος, μαλακός
describing someone who is weak, compliant, or easily influenced, lacking firmness or assertiveness
Παραδείγματα
The character in the novel was portrayed as milky, always giving in to others ’ demands without protest.
Ο χαρακτήρας στο μυθιστόρημα απεικονίστηκε ως γαλακτώδης, πάντα υποχωρώντας στις απαιτήσεις των άλλων χωρίς διαμαρτυρία.
Λεξικό Δέντρο
milky
milk



























