milking
mil
ˈmɪl
μιλ
king
kɪng
κινγκ
/mˈɪlkɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "milking"στα αγγλικά

01

άρμεγμα, διαδικασία άρμεγματος

the process of taking milk from cows or other animals
milking definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Milking by hand requires patience and care.
Η άρδευση με το χέρι απαιτεί υπομονή και φροντίδα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store