Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asymmetrical
01
ασύμμετρος
not having equal or identical parts on both sides, often differing in shape or size
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most asymmetrical
συγκριτικός βαθμός
more asymmetrical
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The asymmetrical haircut featured layers of varying lengths, creating a modern and edgy look.
Το ασύμμετρο κούρεμα περιελάμβανε στρώσεις διαφορετικών μηκών, δημιουργώντας μια μοντέρνα και τολμηρή εμφάνιση.
Παραδείγματα
The artist's asymmetrical design gave the painting a dynamic, unconventional look.
Το ασύμμετρο σχέδιο του καλλιτέχνη έδωσε στον πίνακα μια δυναμική, ασυνήθιστη εμφάνιση.
Λεξικό Δέντρο
asymmetrically
asymmetrical



























