midget
Pronunciation
/ˈmɪdʒət/

Ορισμός και σημασία του "midget"στα αγγλικά

01

νάνος, άτομο μικρού αναστήματος

a person of short stature, especially with dwarfism
midget definition and meaning
offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
midgets
Παραδείγματα
The circus exploited midgets in the old freak shows.
Το τσίρκο εκμεταλλευόταν τους νάνους στα παλιά σόου φρικιών.
01

πολύ μικρός, νάνος

extremely small or diminutive in size
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most midget
συγκριτικός βαθμός
more midget
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The collector showcased a cabinet of midget porcelain figurines, each representing a different era of artistry.
Ο συλλέκτης παρουσίασε ένα ντουλάπι με μικροσκοπικά πορσελάνινα ειδώλια, καθένα από τα οποία αντιπροσωπεύει μια διαφορετική εποχή της τέχνης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store