merged
merged
mɜ:ʤd
mējd

Ορισμός και σημασία του "merged"στα αγγλικά

01

συγχωνευμένος, ενωμένος

combined or united to form a single entity, often by joining separate parts or organizations 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most merged
συγκριτικός βαθμός
more merged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The merged cultures created a unique blend of traditions and customs. 

Οι ενωμένες πολιτισμοί δημιούργησαν μια μοναδική μείξη παραδόσεων και εθίμων.

Λεξικό Δέντρο

submerged
merged
merge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store