merino
me
ri
ˈri:
ri
no
nəʊ
new
latinocasinocalvinobambino

Ορισμός και σημασία του "merino"στα αγγλικά

01

μερίνο, πολύτιμο είδος προβάτου γνωστό για την παραγωγή λεπτού μαλλιού και την προσαρμοστικότητα σε διαφορετικά περιβάλλοντα

a prized breed of sheep known for its fine wool production and adaptability to diverse environments 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
merinos
κύριο
02

μερίνο, πρόβατο μερίνο

not placed under psychological stress 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store