Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
meritorious
01
άξιος επαίνου, ενάρετος
deserving praise or compensation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most meritorious
συγκριτικός βαθμός
more meritorious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The firefighter's actions during the rescue operation were considered meritorious, earning him the highest honor in the department.
Οι ενέργειες του πυροσβέστη κατά τη διάρκεια της επιχείρησης διάσωσης θεωρήθηκαν άξιες έπαινου, του χάρισαν την υψηλότερη τιμή του τμήματος.
Λεξικό Δέντρο
meritoriously
meritoriousness
unmeritorious
meritorious



























