Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
meritorious
01
άξιος επαίνου, ενάρετος
deserving praise or compensation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most meritorious
συγκριτικός βαθμός
more meritorious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite facing numerous challenges, he remained committed to his principles and acted in a meritorious manner throughout his career.
Παρά τις πολλές προκλήσεις, παρέμεινε πιστός στις αρχές του και ενεργούσε με αξιέπαινο τρόπο σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του.
Λεξικό Δέντρο
meritoriously
meritoriousness
unmeritorious
meritorious



























