merino
me
μερ
ri
ˈri
ρι
no
noʊ
νου
/mɛɹˈiːnə‍ʊ/

Ορισμός και σημασία του "merino"στα αγγλικά

01

μερίνο, πολύτιμο είδος προβάτου γνωστό για την παραγωγή λεπτού μαλλιού και την προσαρμοστικότητα σε διαφορετικά περιβάλλοντα

a prized breed of sheep known for its fine wool production and adaptability to diverse environments
02

μερίνο, πρόβατο μερίνο

not placed under psychological stress
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store