merged
Pronunciation
/ˈmɝdʒd/

Ορισμός και σημασία του "merged"στα αγγλικά

01

συγχωνευμένος, ενωμένος

combined or united to form a single entity, often by joining separate parts or organizations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most merged
συγκριτικός βαθμός
more merged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The merged departments led to more streamlined operations.
Τα συγχωνευμένα τμήματα οδήγησαν σε πιο ομαλές λειτουργίες.

Λεξικό Δέντρο

submerged
merged
merge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store