memorably
Pronunciation
/ˈmɛmɝəbɫi/

Ορισμός και σημασία του "memorably"στα αγγλικά

01

αξέχαστα, με αξέχαστο τρόπο

in a way that is likely to be remembered easily
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The wedding ceremony was planned memorably, incorporating unique and personal touches that made it unforgettable.
Η τελετή γάμου σχεδιάστηκε αξέχαστα, ενσωματώνοντας μοναδικές και προσωπικές πινελιές που την έκαναν αξέχαστη.

Λεξικό Δέντρο

unmemorably
memorably
memorable
memor
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store