Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to memorialize
01
απομνημονεύω, τιμώ τη μνήμη
be or provide a memorial to a person or an event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
memorialize
γ΄ ενικό πρόσωπο
memorializes
ενεστώτα μετοχή
memorializing
απλός αόριστος
memorialized
παθητική μετοχή
memorialized
02
αποτίω φόρο τιμής, αναφέρω σε μνημείο
address in a memorial
Λεξικό Δέντρο
memorialize
memory



























