memorialize
me
μα
mo
ˈmɔ
μο
ria
riə
ρια
lize
ˌlaɪz
λαιζ
/məmˈɔːɹɪəlˌaɪz/
memorialise

Ορισμός και σημασία του "memorialize"στα αγγλικά

to memorialize
01

απομνημονεύω, τιμώ τη μνήμη

be or provide a memorial to a person or an event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
memorialize
γ΄ ενικό πρόσωπο
memorializes
ενεστώτα μετοχή
memorializing
απλός αόριστος
memorialized
παθητική μετοχή
memorialized
02

αποτίω φόρο τιμής, αναφέρω σε μνημείο

address in a memorial
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store