Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Memorabilia
01
αναμνηστικά, αντικείμενα συλλογής
objects, records, or keepsakes preserved because they are connected with memorable people, events, places, or activities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The attic was full of memorabilia from his grandfather's naval service.
Η σοφίτα ήταν γεμάτη αναμνηστικά από τη ναυτική υπηρεσία του παππού του.



























