Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Memorabilia
01
αναμνηστικά, αντικείμενα συλλογής
objects, records, or keepsakes preserved because they are connected with memorable people, events, places, or activities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She boxed up decades of concert tickets and posters as family memorabilia.
Συσκέυασε δεκαετίες εισιτηρίων συναυλιών και αφισών ως οικογενειακά αναμνηστικά.



























