Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
memorable
01
αξέχαστος, αξιομνημόνευτος
easy to remember or worth remembering, particularly because of being different or special
Παραδείγματα
The memorable concert left the audience buzzing with excitement long after it ended.
Η αξέχαστη συναυλία άφησε το κοινό να βουίζει από ενθουσιασμό πολύ μετά το τέλος της.
Λεξικό Δέντρο
memorability
memorably
unmemorable
memorable
memor



























